φλόκι


φλόκι
το, Ν [φλόκα]
1. υφασμένο χονδρό μάλλινο χνούδι στην επιφάνεια βελέντζας ή στο εσωτερικό κάπας, πέλος
2. θηλειά από μαλλί ή βαμβάκι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φλόκι — το (λ. ιταλ.) 1. χνούδι υφασμάτων που έχει υφανθεί στην ούγια. 2. θηλιά από μαλλί ή βαμβάκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φλόκι, Χρίστο — (Floqi, Κορυτσά 1873 – 1949). Αλβανός θεατρικός συγγραφέας. Έχει γράψει δράματα και κωμωδίες με θέματα ερωτικά, αντλημένα από τη μικροαστική τάξη. Από τα έργα του, που είναι πλούσια σε χιούμορ, τα αξιολογότερα είναι Αδελφότητα και ενδιαφέρον… …   Dictionary of Greek

  • φλοκιάζω — Ν [φλόκι] υφαίνω φλόκια …   Dictionary of Greek

  • φλόκος — Ονομασία των τριγωνικών καταρτιών που βρίσκονται στον πρόβολο των καραβιών. Η λέξη είναι γαλλικής προέλευσης. Η ελληνική είναι αρτέμονας. Υπάρχουν και δύο άλλα είδη φ., η αρτεμονίδα και ο κόντρα φ. (πρόθοος). Οι φ. επινοήθηκαν το 1785 από τον… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.